Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

καίγομαι στο νερό, πνίγομαι στη φωτιά


καρμπόν άνθρωποι
διαλέγουν ρούχα και παπούτσια και αντικείμενα
καρμπόν άνθρωποι
μπαινοβγαίνουν σε κτήρια
βλέπουν τον ίδιο ήλιο
το ίδιο φεγγάρι,
διαβάζουν την ίδια εφημερίδα
παρακολουθούν τα ίδια προγράμματα
έχουν τις ίδιες ιδέες,
κοιμούνται την ίδια ώρα,
ξυπνάνε την ίδια ώρα,
τρώνε το ίδιο φαγητό,
οδηγούνε τα ίδια αυτοκίνητα κάτω στους ίδιους αυτοκινητόδρομους
καρμπόν άνθρωποι
με καρμπόν παιδιά
σε καρμπόν σπίτια
με καρμπόν Χριστούγεννα και καρμπόν Πρωτοχρονιές
και γενέθλια και ζωές και
θανάτους
και γρασίδια και πλυντήρια πιάτων και χαλιά
και βάζα και αγάπες και συνουσίες, και
με καρμπόν οδοντιάτρους και καρμπόν δημάρχους και κυβερνήτες και προέδρους
όλοι να βλέπουν τον ίδιο ήλιο και το ίδιο φεγγάρι,
ω καρμπόν φέρετρα
ω καρμπόν τάφοι
ω καρμπόν κηδείες
κάτω από το ίδιο φεγγάρι,
το καρμπόν παγωμένο γρασίδι
οι καρμπόν ταφόπλακες,
το καρμπόν γέλιο
τα καρμπόν ουρλιαχτά
τα καρμπόν αστεία
τα καρμπόν ποιήματα
τα καρμπόν καρμπόν
τρελοί και μπεκρήδες και ναρκομανείς και βιαστές
και γάτες και σκυλιά και πουλιά και φίδια και αράχνες,
υπάρχουν τόσα πολλά ολόιδια όλα,
έχω δάχτυλα και υπάρχουν δάχτυλα παντού,
αν περάσω μια πόρτα πρέπει να βγω από μια πόρτα,
έχω σκατά και υπάρχουν σκατά παντού,
έχω μάτια και υπάρχουν μάτια παντού,
έχω εφιάλτες και υπάρχουν εφιάλτες παντού,
αν κοιμηθώ πρέπει να ξυπνήσω,
αν γαμήσω πρέπει να σταματήσω να γαμάω,
αν φάω πρέπει να σταματήσω να τρώω,
δεν μπορώ να κάνω κάτι που να θέλω,
είμαι κλειδωμένος μέσα σε μια επαναληπτική κοινοτοπία…
καίγομαι στο νερό
πνίγομαι στη φωτιά
απελευθερώνομαι μέσα σε ζαχαρένια σύννεφα που κατουράνε ξύδι,
αλλά έτσι είσαι εσύ έτσι είναι κι αυτοί έτσι είμαστε κι εμείς,
σκέψεις μυρμηγκιών και αγώνες μυρμηγκιών
ενάντια σε ένα δυναμό ολόιδιων συστροφών
βοήθεια βοήθεια βοήθεια βοήθεια βοήθεια βοήθεια βοήθεια
ουρλιάζω στην καρμπόν βοήθεια απέναντι από τον καρμπόν ουρανό,
ότι όλο τούτο το καρμπόν και το χαρτόνι περιέχουν αίμα και πόνο,
ή ακόμα αγάπη και ιστορία και ελπίδα,
αυτό είναι το πρόβλημα, ή μήπως είναι η παγίδα;
πως μπορούμε να ξέρουμε; οι καρμπόν ψυχίατροι και ιεροκήρυκες
και φιλόσοφοι μας λένε καρμπόν πράγματα…
θάνατος; υπάρχει θάνατος; ίσως η πύλη που πάει μπρος πίσω ανοίγει
και μας καλωσορίζουν ψημένοι και βασανισμένοι άγγελοι
εκεί όπου τελικά έχουμε εξαπατηθεί μέσα σε μια ανεπαρκή Αιωνιότητα,
μια φάρσα χειρότερη απ’ τη Ζωή…
δεν θα ήταν σκατά;
να ξεφεύγεις από άντρες σαν λεβιές ταχυτήτων και γυναίκες σαν
αλογίσιο κρέας, μόνο για να
ξανοιχτείς στα χειρότερα; ω
σκέψου τότε τις οργισμένες αυτοκτονίες
τους νεκρούς ήρωες των νεκρών πολέμων…
τα χτυπημένα παιδιά
τους αγίους καμένους σε πασσάλους –
όλοι τους εξαπατημένοι, ριγμένοι, ναρκωμένοι,
πουλημένοι σε μια σκλαβιά χειρότερη κι από μύξα
τραγουδήστε τους θανάτους σας τραγουδήστε τους θανάτους σας τραγουδήστε τους
θανάτους σας, τραγουδήστε τη ζωή σας, τραγουδήστε
ζωή, αυτό δεν είναι καθόλου
καλό, αυτό δεν είναι καθόλου
καλό, καλέ θεέ, ξέχασα να βάλω ένα
καρμπόν κάτω από τούτο
το χαρτί…

μετάφραση: Γιάννης Ζελιαναίος

(Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό, Second Coming - Vol. 1 - No. 2 – το 1972. Αργότερα και συγκεκριμένα το 2017 μπήκε στην συλλογή, Storm for the Living and the Dead – Uncollected and Unpublished Poems)  


Το Λιοντάρι


Από την πρώτη του εμφάνιση σε περιοδικό και στο Story Magazine (τεύχος Μάρτης – Απρίλης, 1944), ο Μπουκόφσκι δεν σταμάτησε ποτέ να στέλνει ιστορίες και ποιήματα σε μικρά και μεγάλα περιοδικά καθώς και σε ανεξάρτητα έντυπα της χώρας. Στις αρχές του ‘80 ξεκίνησε μια συνεργασία και με το Oui, magazine,  ένα αντρικό περιοδικό αισθησιακού περιεχομένου της εποχής. Τον Απρίλη του 1984 δημοσίευσε μια ιστορία στο συγκεκριμένο τεύχος του Oui με τίτλο, The Lion, η οποία είναι και μια σαφής αναφορά στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Την εικονογράφηση της ιστορίας την έκανε ο φοβερός και τρομερός  S. Clay Wilson, ενώ στο ίδιο τεύχος υπήρχε ένα αφιέρωμα στον Robert Crumb ο οποίος είχε συνεργαστεί κάμποσες φορές με τον Μπουκόφσκι και είχε δηλώσει πως ο Wilson ήταν η μεγαλύτερή του επιρροή. Πέρα από Το Λιοντάρι του Μπουκόφσκι το τεύχος είχε και μια ιστορία του Χένρυ Μίλλερ αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.
Το Λιοντάρι δεν έχει ανθολογηθεί σε καμία συλλογή του Μπουκόφσκι και μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά στο παρόν ιστολόγιο.


Το Λιοντάρι

του Τσαρλς Μπουκόφσκι

μετάφραση: Γιάννης Ζελιαναίος

εικονογράφηση: S. Clay Wilson

μέσα από το περιοδικό, Oui, Απρίλιος 1984


Χάρρυ Σάουθμπάι, γνωστός και ως Πάπα. Ο Χάρρυ έλεγε ότι έγραφε τα πρωινά. Το τι έκανε τα απογεύματα, δεν μας το έλεγε ποτέ. Ήταν γνωστό όμως το τι έκανε τα βράδια. Ήταν κάθε βράδυ εκεί, στου «Κάφκα». Ερχόταν εκεί μέσα μετά από το βραδινό του γεύμα και καθόταν στο δικό του σεπαρέ όπου του έφερναν το μπουκάλι του κι εκείνος σερβιριζόταν μόνος του. Ήταν καλός σε αυτό. Ήταν διάσημος. Ο Πάπα Σάουθμπάι.

Τον περίμεναν. Πάντα. Εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ Τετάρτης δεν ήταν κάτι το διαφορετικό. Μπήκε μέσα και κάθισε στο ίδιο σεπαρέ και η Έλλη, η σερβιτόρα, του έφερε το μπουκάλι και το ποτήρι του.
«Γεια σου αδελφούλα,» είπε στην Έλλη, «Καλό σου απόγευμα.»
«Καλό σου απόγευμα, Πάπα.»
Την κοίταξε από πάνω ως κάτω καθώς άνοιγε το μπουκάλι.
«Θα ‘θελα να σε γαμήσω, Έλλη.»
«Θέλεις τίποτε άλλο, Πάπα;»
«Όχι, αυτό μου αρκεί.»
Η Έλλη προχώρησε προς τα πίσω, πήρε πάλι την θέση της πίσω από το μπαρ κι εκεί που τελείωνε η μπάρα. Στην πραγματικότητα, ο γέρος την έκανε να βαριέται. Έλεγε τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά. Του άρεσε η ρουτίνα. Για εκείνον, η ρουτίνα ήταν τάξη, και η τάξη τον έκανε να αισθάνεται καλά.
Έβαλε το πρώτο ποτό, το σήκωσε ψηλά, του έκλεισε το μάτι, ήπιε μια γουλιά, το έβαλε κάτω και ύστερα έβγαλε έξω την πίπα του, την γέμισε με καπνό, την άναψε. Ύστερα περιεργάστηκε αργά όλο το μπαρ και τον κάθε θαμώνα, τους κοίταξε στα μάτια τον καθένα ξεχωριστά, γνέφοντάς τους. Ύστερα κοίταξε και πάλι το ποτό του. Ήταν σχεδόν ντροπαλός καθώς ξεκινούσε η κάθε βραδιά. Και αν βρισκόταν κάποιος άγνωστος μέσα στο μπαρ, σχεδόν τον αναστάτωνε. Δεν του άρεσαν οι ξένοι. Αλλά εκείνο το βράδυ γνώριζε τους πάντες εκεί μέσα.
Όλοι τον περίμεναν. Η πίπα του βρώμαγε σαν βάλτος, δεν την καθάριζε ποτέ. Όταν βούλωνε απλά την ξεμπούκωνε με έναν ξεχαρβαλωμένο συνδετήρα.  
Ο Σάουθμπάι στράγγιξε το πρώτο του ποτό κι έβαλε άλλο ένα.
«Έι, Πάπα,» είπε ο Έντι, ένας από τους τύπους στο μπαρ, «έγραψες τίποτα σήμερα;»
«Όχι, τον έπαιζα. Εσύ έγραψες τίποτα σήμερα;»
«Όχι,» απάντησε ο Έντι, «κι εγώ τον έπαιζα.»
«Κι εγώ τον έπαιζα,» είπε ο Χένρυ, ένας άλλος τύπος στο μπαρ.
«Υπάρχει κανένας μέσα σε αυτό το μπαρ που δεν τον έπαιξε σήμερα;» ρώτησε ο Σάουθμπάι.
Πάνω στην μπάρα καθόντουσαν άλλοι τέσσερις τύποι, συν τον Άρνολντ, τον μπάρμαν, και την Έλλη.
Δεν υπήρξε καμία απάντηση.
Ο Σάουθμπάι κατέβασε μια γουλιά από το δεύτερο ποτό του. Το άφησε κάτω, τράβηξε μια τζούρα απ’ την πίπα του, κοίταξε τριγύρω.
«Το μισώ αυτό το γαμημένο μέρος, μου στραγγίζει την ψυχή.»
«Και τότε γιατί συνεχίζεις να έρχεσαι;» ρώτησε η Έλλη.
«Είναι μια ευκαιρία για την γυναίκα μου να πηδάει τον κηπουρό.»
«Δεν σε ενοχλεί αυτό;» ρώτησε ο Άρνολντ, ο μπάρμαν.
«Με ενοχλεί όταν δεν τον πηδάει. Γίνεται τόσο στριμμένη που είναι σχεδόν αδύνατο να ζήσεις μαζί της.»
«Γιατί δεν βρίσκεις μια καινούργια σύζυγο, Πάπα;»
«Ω, είναι καλή γυναίκα, μια από τις καλύτερες. Οι κάλτσες είναι πάντα τυλιγμένες μέσα στο συρτάρι δίπλα στα μαντήλια. Και τα εσώρουχα είναι πάντα άψογα στοιβαγμένα. Ποτέ δεν της ξεφεύγει τίποτα, ακόμα κι αν έξω έχουμε τυφώνα.»
«Δεν μπορείς να το κερδίσεις αυτό.»
«Μπορείς αλλά θα πρέπει να ψάξεις πάρα πολύ για να το καταφέρεις.»
Ο Σάουθμπάι τέλειωσε το ποτό του, έβαλε άλλο ένα, κοίταξε προς τα πάνω.
«Όλοι εσείς έχετε κάτι φάτσες που κουβαλάνε έναν χαρακτήρα όσο κι ένα άδειο κουτί με πούρα. Δεν ντρέπεστε για τους εαυτούς σας;»
«Φυσικά και ντρεπόμαστε, Πάπα, αλλά τι να κάνουμε;»
«Λοιπόν, για αρχή, υπάρχει η αυτοκτονία.»
«Δεν έχουμε τα κότσια να το κάνουμε, Πάπα.»
«Πολύ κακό αυτό.»
Η Έλλη σηκώθηκε πάνω, έβαλε το χέρι μέσα από το φουστάνι της κι έβγαλε έξω το ένα της βυζί.
«Πως θα σου φαινόταν να το ρουφήξεις, Πάπα.»
«Ωχ, θα ήθελα, με όλη μου την καρδιά!»
Ύστερα ο Σάουθμπάι σηκώθηκε πάνω, κατέβασε το φερμουάρ από το παντελόνι του…
«Πως θα σου φαινόταν να…»
«Πάπα,» είπε ο Άρνολντ, ο μπάρμαν, «τόλμησε να βγάλεις έξω για άλλη μια φορά το ματζαφλάρι σου και θα σε φυτέψω!»
Ο Σάουθμπάι ανέβασε το φερμουάρ και κάθισε στην θέση του.
«Γαμημένη γκόμενα! Κάποια νύχτα θα την σκίσω στα δυο!»
«Με τί;» ρώτησε η Έλλη, και ξανάβαλε το βυζί στη θέση του.
«Θα χρησιμοποιήσω το εργαλείο του κηπουρού…»
Ο Σάουθμπάι κατέβασε άλλη μια γουλιά από το ποτό του. Ύστερα άναψε και πάλι την πίπα του.
«Πάπα,» ρώτησε ένας από τους τύπους, «θα υπογράψεις την κωλοτρυπίδα μου;»
«Ναι,» απάντησε ο γέρος, «με άσπρο μελάνι.»
«Χα, χα, χα, χα!»
Τώρα τον είχαν να σολάρει, τους άρεσε έτσι.
«Πάπα, βύθισες στα αλήθεια ένα υποβρύχιο;»
«Όχι, είπα ψέματα. Κάτι άλλο ήταν.»
«Τι ήταν;»
«Μια φυσητήρας.»
«Τι είναι αυτό;»
«Λοιπόν, αυτή ήταν μια φάλαινα φυσητήρας. Αλλά όταν πήγα στη γραφομηχανή μεταμορφώθηκε σε υποβρύχιο.»
Ο Σάουθμπάι τελείωσε το ποτό του, έβαλε άλλο. Ένα πράγμα που μπορούσε να κάνει είναι να το τραβάει με το ποτό, οι αντοχές τους φαίνονταν να μην τελειώνουν ποτέ. Γι’ αυτό και δεν θεωρούσε τον εαυτό του μέθυσο, του έπαιρνε πάρα πολύ ώρα για να μεθύσει. Και μπορούσε να σταματήσει οποιαδήποτε στιγμή το ήθελε. Ποτέ δεν το έκανε αλλά μπορούσε. Σίγουρα.
«Έι, Πάπα, αληθεύει ότι εκείνος ο Καναδός σου κλώτσησε τον κώλο;»
«Δεν ήταν Κανδός, ήταν ένας βρωμογιαπωνέζος. Και με πέτυχε με μια ύπουλη γροθιά αφού είχε χτυπήσει το καμπανάκι.»
«Εμείς ακούσαμε διαφορετικές ιστορίες γι’ αυτό.»
«Λοιπόν, ήμουν εκεί, οπότε μάλλον κάτι ξέρω.»
«Αλλά μας είπες ψέματα για το υποβρύχιο.»
«Είπα ότι είπα ψέματα για το υποβρύχιο. Δεν λέω ότι είπα ψέματα για τον βρωμογιαπωνέζο.»
«Ήταν κάποιος συγγραφέας αυτός ο βρωμογιαπωνέζος;»
«Ήθελε να γίνει αλλά του έριξα τόσο πολύ ξύλο στον επόμενο γύρο όπου τα επόμενα χρόνια θόλωσε τόσο πολύ το κεφάλι του κι έγινε ερημίτης.»
Ο Σάουθμπάι έβαλε άλλο ένα ποτό. Η βραδιά φαινόταν βαρετή. Άλλη μια βαρετή βραδιά.
«Πες μας για τον πόλεμο, Πάπα.»
«Για ποιον απ’ όλους;»
«Για οποιονδήποτε;»
«Εντάξει, ήταν όλοι τους καλοί, κόλαση.»
«Αλλά ποιος ήταν ο καλύτερος;»
«Ο Ισπανικός, υποθέτω.»
«Γιατί;»
«Λοιπόν, σηκωνόμουνα κάθε πρωί με κάβλες.»
«Ύστερα τι έκανες;»
«Όπως και να ‘χε, πάντα βομβάρδιζε ο ένας τον άλλον πριν το πρωινό και όλο αυτό τελείωνε πολύ γρήγορα.»
Το μπουκάλι του Σάουθμπάι είχε αδειάσει. Η Έλλη έφερε ένα καινούργιο. Ακόμα φαινόταν καλή.
«Θα ‘θελα να σε γαμήσω, Έλλη.»
«Θέλεις τίποτε άλλο, Πάπα;»
«Όχι, αυτό μου αρκεί.»
Η Έλλη προχώρησε προς τα πίσω και πήρε πάλι την θέση της πίσω από το μπαρ κι εκεί που τελείωνε η μπάρα. Ο γέρος εξακολουθούσε να την κάνει να βαριέται. Συνέχιζε να λέει τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά.
«Μονομάχησες ποτέ με ταύρο, Πάπα;» ρώτησε ο Έντι.
«Φυσικά. Με πολλούς. Τους καλύτερους. Γενναίους ταύρους. Δεν πήρα σαν τρόπαιο ποτέ ένα αυτί ή μια ουρά αλλά πήρα μια φορά έναν βολβό. Είχα τις κινήσεις, τους ελιγμούς.»
«Νομίζω ότι μας λες μαλακίες, Πάπα,» είπε ο Έντι.
«Ναι; Θες να πάμε έξω;»
«Βέβαια.»
«Εντάξει. Κλείσε την πόρτα καθώς θα φεύγεις.»
«Μερικές φορές νομίζω πως δεν γράφεις εσύ αυτά που γράφεις.»
«Μερικές φορές δεν τα γράφω.»
Ο Σάουθμπάι έβαλε ένα ποτό από το καινούργιο μπουκάλι.
«Τι είναι θάνατος, Πάπα;» ρώτησε ο Χένρυ.
«Θάνατος είναι να χέζεις χωρίς κωλόχαρτο.»
«Μ’ αρέσεις καλύτερα όταν είσαι αστείος.»
«Κι εμένα.»
«Ακόμα πιστεύω πως δεν ξέρεις πώς να μονομαχήσεις με έναν ταύρο,» είπε ο Έντι.
«Δεν πιστεύεις, ε; Λοιπόν, έλα, θα σου δείξω.»
Ο Σάουθμπάι σηκώθηκε πάνω, τρέκλισε λίγο. Πήγε στην μπάρα.
«Ορίστε, θα χρησιμοποιήσω αυτό το πανί του μπαρ.»
Το έφερε στα χέρια του.
«Έλλη, δωσ’ μου το κραγιόν σου.»
«Για ποιόν λόγο;»
«Απλά δωσ’ μου το γαμημένο κραγιόν…»
«Θα γίνεις πούστης, Πάπα; Κάποιοι προτείνουν…»
«Κάποιοι πάντα προτείνουν. Δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν. Δωσ’ μου σε παρακαλώ το κραγιόν.»
Η Έλλη το έβγαλε από την τσάντα της και του το ‘δωσε. Ο Σάουθμπάι το κράτησε ψηλά στο φως.
«Νομίζω μας κάνει…»
Πασάλειψε κάμποσο κραγιόν πάνω στο πανί.
«Ορίστε, μια πινελιά κόκκινου… σχεδόν σκούρο φούξια… αλλά όσο γενναίος είναι ένας ταύρος άλλο τόσο ηλίθιος είναι. Μάλλον θα δουλέψει…»
Στάθηκε προς τα πίσω, έκανε έναν ελιγμό με το πανί ανά χείρας. Φαινόταν αρκετά καλό.
«Τώρα, Έντι, εσύ είσαι ο ταύρος…»
«Εντάξει, αλλά οφείλω να κερδίσω τουλάχιστον ένα ποτό απ’ όλο αυτό το πράγμα…»
«Φυσικά, βάλε ένα από το μπουκάλι μου.»
Ο Έντι πήγε προς τα εκεί κι έκανε όπως συμφώνησαν.
«Τώρα,» είπε ο Σάουθμπάι, «Θα χρειαστώ ένα σκαμπό.»
«Τι το θες;» ρώτησε ο Άρνολντ, ο μπάρμαν.
«Δεν πιστεύεις ότι θα κάτσω να χρησιμοποιήσω ένα σπαθί, το πιστεύεις;»
«Όχι, αλλά τα σκαμπό είναι βιδωμένα στο πάτωμα.»
«Κανένα πρόβλημα…»
Ο Σάουθμπάι πήγε προς ένα άδειο σκαμπό κι έσκυψε από πάνω του. Ακούστηκε ένας ήχος σαν κάτι να ξεριζώνεται και αμέσως μετά κρατούσε το σκαμπό στον αέρα.
«Τι άντρας,» είπε ο Χένρυ, «τέσσερις βίδες μέσα σε μια νύχτα.»
«Κάποια στιγμή θα σου πω και για μια νύχτα που είχα στην Βαρκελώνη.»
Ο Έντι στράγγιξε το ποτό του.
«Τι κάνω τώρα;»
«Εσύ είσαι ο ταύρος. Όταν σου κάνω μια κίνηση με τούτο εδώ το κόκκινο πανί, θα επιτεθείς!»
«Ο.Κ…»
Ο Σάουθμπάι κούνησε το πανί κι έκανε έναν ελιγμό καθώς ο Έντι έτρεξε προς τα πάνω του.
Ο Έντι έτρεξε κατευθείαν στο τραπέζι του Σάουθμπάι, έβαλε άλλο ένα ποτό και το στράγγιξε και αυτό.
«Όχι, όχι, όχι!» κραύγασε ο Σάουθμπάι.
«Παπάρια, όχι,»  είπε ο Έντι, «ακόμα κι ένας ταύρος διψάει.»
«Εννοώ, τρέχεις κατευθείαν προς τα πάνω μου με το κεφάλι κάτω! Χαμήλωσε το κεφάλι σου! Είσαι ένας ταύρος, θυμάσαι;»
«Ναι, ένας ταύρος… ένας γενναίος ταύρος…»
«Εντάξει! Ετοιμάσου να επιτεθείς!»
Ο Σάουθμπάι κούνησε το πανί και ο Έντι επιτέθηκε, κάνοντας με τα δάχτυλά του πως έχει κέρατα. Ο Σάουθμπάι έκανε πιρουέτες αφήνοντας τα κέρατα ίσα να τον αγγίζουν, περνώντας ελάχιστα δίπλα του.
Ο Έντι στριφογύριζε και ξεφυσούσε.
Ο Σάουθμπάι έβγαλε έναν ήχο, ανέμισε το πανί κρατώντας ψηλά το σκαμπό και ο Έντι επιτέθηκε και πάλι. Αλλά αυτή τη φορά ο Σάουθμπάι του την έχωσε με το σκαμπό καθώς περνούσε από δίπλα του.
Ένα από τα πόδια του σκαμπό μαχαίρωσαν τα πλευρά του Έντι.
«Ιησούς Χριστός!»
Ο Έντι ούρλιαξε κι έπεσε στο πάτωμα κρατώντας τα πλευρά του.
Κατρακύλησε και στάθηκε με την πλάτη και το ίδιο έκαναν και τα μάτια του.
«Γαμημένε τρελόγερε, με μαχαίρωσες!»
«Γαμώτο!» ούρλιαξε η Έλλη.
Έτρεξε πάνω απ’ τον Έντι και τον βοήθησε να σηκωθεί. Μαζεύτηκαν και οι άλλοι από πάνω του. Έβαλαν τον Έντι πάνω σε ένα σκαμπό και του έβγαλαν το πουκάμισο και τη φανέλα. Τα πλευρά του είχαν ένα σκίσιμο που αιμορραγούσε. Ο Άρνολντ, ο μπάρμαν, έφερε το κουτί πρώτων βοηθειών και ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στον Έντι.
«Θα το ΣΚΟΤΩΣΩ αυτό το γαμήδι τον κωλόγερο!» φώναξε.
«Ηρέμησε, Έντι, ήταν ένα ατύχημα. Είμαστε όλοι μεθυσμένοι…»
Ο Σάουθμπάι πήγε προς τα πίσω και κάθισε στο σεπαρέ του, άναψε ξανά την πίπα του κι έβαλε άλλο ένα καινούργιο ποτό.
Ούτε καν μια ουρά σαν τρόπαιο, σκέφτηκε. Απλά για έναν βολβό ματιού έγινε η όλη δουλειά…
«Ήταν σκόπιμο,» είπε ο Έντι, «αυτός ο γαμώγερος με μαχαίρωσε εσκεμμένα!»
«Χαλάρωσε Έντι, δεν είναι τόσο άσχημο. Το έχουμε αποστειρώσει. Τώρα όταν τελειώσουμε με τον επίδεσμο θα είσαι σαν καινούργιος.»
Η δουλειά τους πάνω στον Έντι συνεχιζόταν.
Ο Σάουθμπάι αναλογίστηκε το επόμενο κομμάτι του πάνω στη γραφομηχανή. Ναι, θα ήταν καλό. Κάτι για έναν παλαίμαχο ταυρομάχο. Κουράγιο ενάντια στις πιθανότητες. Παίζοντας με τον θάνατο. Σιγόβραζε μέσα του. Τον τσιγκλούσε… Η γραφομηχανή θα τραγουδούσε για χάρη του. Καθόταν ήσυχη εδώ και πολύ καιρό. Καθισμένος με αυτούς τους μέθυσους κάθε βράδυ, οι αντιληπτικές του ικανότητες είχαν αμβλυνθεί.  Αλλά δεν είχαν καταστραφεί.
Είχαν τελειώσει με τον Έντι.
Ο Έντι σηκώθηκε πάνω και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σάουθμπάι.
«Εντάξει λοιπόν, γέρικο γαμήδι! Θα σου ξεριζώσω το αναθεματισμένο σου κεφάλι!»
Ο Σάουθμπάι κατέβασε με μια γουλιά το ποτό του, σηκώθηκε και βγήκε έξω από το σεπαρέ.
«Κοίτα, Έντι, δεν θέλουμε στ’ αλήθεια να το κάνουμε όλο αυτό.»
«Έξω από το μαγαζί μου αυτές οι μαλακίες!» φώναξε ο Άρνολντ, ο μπάρμαν.
«Συγνώμη, Άρνι,» ούρλιαξε ο Έντι, «αλλά απλά δεν μπορώ να ΠΕΡΙΜΕΝΩ!»
Και επιτέθηκε.
Ο Σάουθμπάι απέφυγε το δεξί του κροσέ, του τράβηξε μια και ο Έντι διπλώθηκε στα δυο, ύστερα τον έριξε κάτω σφυροκοπώντας τον ακριβώς πάνω στο σαγόνι.
Μπορούσες να ακούσεις τον ΗΧΟ από το χτύπημα.
Ο Έντι πεσμένος, στεκόταν στα γόνατά του. Ύστερα έπεσε με τη μούρη στο πάτωμα.
Ο Σάουθμπάι επέστρεψε στο τραπέζι του, έβαλε ένα ποτό, το κατέβασε μονοκοπανιά, πέταξε μερικά χαρτονομίσματα πάνω στο τραπέζι. Ύστερα προχώρησε προς την έξοδο του μπαρ. Όταν έφτασε προς τα εκεί, γύρισε και κοίταξε την Έλλη.
«Θα ‘θελα να σε γαμήσω Έλλη,» είπε.
Ύστερα γύρισε, άνοιξε την πόρτα του μπαρ, την έκλεισε και εξαφανίστηκε.

Παραμονή χριστουγέννων, μόνος


Παραμονή χριστουγέννων, μόνος,
στο δωμάτιο ενός μοτέλ
κάτω στην ακτή
κοντά στον Ειρηνικό---
τον ακούς;

έχουν προσπαθήσει να κάνουν αυτό το μέρος εντελώς
Ισπανικό, υπάρχει
ταπετσαρία και λάμπες, και
η τουαλέτα είναι καθαρή, υπάρχουν
μικροσκοπικά ροζ
σαπουνάκια.

δεν θα μας βρουν
εδώ:
τα μπαρακούντα ή οι κυρίες ή
οι προσκυνητές
ειδώλων.

πίσω στην πόλη
είναι μεθυσμένοι και πανικοβλημένοι
περνώντας τα φανάρια με κόκκινο
ανοίγοντας τα κεφάλια τους στα δύο
προς τιμήν των γενεθλίων
του Χριστού. αυτό είναι καλό.

σύντομα θα τελειώσω αυτό το 750άρι
ρούμι από το Πουέρτο Ρίκο.
το πρωί θα ξεράσω και
θα κάνω ντους, θα οδηγήσω πίσω
στην πόλη, θα φάω ένα σάντουιτς γύρω στη 1 μ.μ.,
θα ‘χω γυρίσει στο δωμάτιό μου μέχρι τις
2,
απλωμένος στο κρεβάτι,
περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει,
χωρίς να απαντήσω,
η αργία μου είναι μια
απόδραση, η λογική μου
όχι.
..................................................................................... 

Το ποίημα γράφτηκε το 1973, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό, This Is Not The Titanic No. 1, το 1974 και συμπεριλήφθηκε στην συλλογή Love is a Dog from Hell, το 1977, Black Sparrow Press.
Φώτο: Χριστουγεννιάτικη κάρτα με ζωγραφιά και υπογραφή του Μπουκόφσκι που κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 1988 σε 24 αριθμημένα αντίτυπα.

Μια Διαβολική Πόλη


Ο Φρανκ κατέβηκε τις σκάλες. Δεν του άρεσαν τα ασανσέρ.
Δεν του άρεσαν πολλά πράγματα. Αντιπαθούσε λιγότερο τις σκάλες απ’ όσο αντιπαθούσε τα ασανσέρ.
Ο θυρωρός του φώναξε: «Κύριε Έβανς! Έρχεστε λίγο από εδώ, παρακαλώ;»
Το πρόσωπο του θυρωρού έμοιαζε σαν χυλός από καλαμποκάλευρο. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Φρανκ για να μην τον χτυπήσει. Ο θυρωρός κοίταξε τριγύρω στον προθάλαμο, ύστερα έγειρε πολύ κοντά.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε».  
Ο θυρωρός ξανάριξε μια ματιά τριγύρω στον προθάλαμο, είδε ότι δεν βρισκόταν κανένας κοντά, ύστερα έγειρε και πάλι μπροστά.
«Κύριε Έβανς, σας παρακολουθούμε και πιστεύουμε ότι χάνετε τα λογικά σας».
Ο θυρωρός έγειρε τότε προς τα πίσω και κοίταξε κατάματα τον Φρανκ.
«Έχω όρεξη να πάω να δω καμιά ταινία», είπε ο Φρανκ. «Ξέρεις αν παίζεται καμιά καλή ταινία στην πόλη
«Ας μείνουμε στο θέμα, κύριε Έβανς».
«Οκ, χάνω τα λογικά μου. Κάτι άλλο;»  
«Θέλουμε να σας βοηθήσουμε κύριε Έβανς. Νομίζω ότι βρήκαμε ένα κομμάτι από τα λογικά σας. Θα θέλατε να σας το δώσουμε πίσω;»
«Εντάξει, δώστε μου πίσω ένα κομμάτι από τα λογικά μου.»
Ο υπάλληλος έβαλε το χέρι του κάτω από τον πάγκο κι έβγαλε ένα πράγμα τυλιγμένο σε σελοφάν.
«Ορίστε, κύριε Έβανς.»
«Ευχαριστώ.»
Ο Φρανκ το πέταξε μέσα στην τσέπη του παλτού του και βγήκε έξω. Ήταν ένα ψυχρό φθινοπωρινό βράδυ και περπάτησε κάτω στο δρόμο, δυτικά.  Σταμάτησε στο πρώτο στενό, χώθηκε μέσα. Έβαλε το χέρι του μέσα στο παλτό κι έπιασε το τυλιγμένο πράγμα, έβγαλε το σελοφάν. Έμοιαζε σαν τυρί. Μύριζε σαν τυρί. Έφαγε μια δαγκωνιά. Είχε γεύση τυριού. Το έφαγε όλο, ύστερα βγήκε από το στενό και περπάτησε ξανά στο δρόμο.
Έστριψε στον πρώτο κινηματογράφο που βρήκε, αγόρασε το εισιτήριό του και μπήκε μέσα στο σκοτάδι. Έκατσε σε μια θέση προς τις πίσω σειρές. Δεν είχε πολύ κόσμο. Το όλο μέρος μύριζε κάτουρο. Οι γυναίκες στην οθόνη ήταν ντυμένες όπως ήταν στην δεκαετία του ’20 και οι άντρες είχαν βαζελίνη στα μαλλιά τους, χτενισμένα προς τα πίσω, έντονα και ίσια. Οι μύτες τους φαίνονταν πολύ μακριές και οι άντρες είχαν επίσης μάσκαρα κάτω από τα μάτια τους. Δεν ήταν καν ομιλούσα ταινία. Τα λόγια εμφανίζονταν μετά από κάθε σκηνή: Η ΜΠΛΑΝΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ. Ένα τύπος με ίσια λιγδιασμένα μαλλιά έδινε στην Μπλανς να πιεί από ένα μπουκάλι τζιν. Η Μπλανς φάνηκε να αρχίζει να μεθάει. Η ΜΠΛΑΝΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΖΑΛΙΖΕΤΑΙ. ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΗΝ ΦΙΛΗΣΕ.
Ο Φρανκ έριξε μια ματιά τριγύρω. Παντού φαίνονταν κεφάλια να πηγαίνουν πάνω-κάτω. Δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες στην αίθουσα. Οι τύποι φαίνονταν να παίρνουν πίπες ο ένας στον άλλον. Του έδιναν και καταλάβαινε. Δεν φαίνονταν να κουράζονται καθόλου. Οι άντρες που κάθονταν μόνοι τους φαίνονταν να τραβάνε μαλακία. Το τυρί ήταν καλό. Ευχήθηκε ο υπάλληλος να του ‘χε δώσει λίγο ακόμα τυρί.
ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΗΣ ΜΠΛΑΝΣ.
Και κάθε φορά που κοίταζε τριγύρω ένας τύπος τον πλησίαζε όλο και πιο κοντά. Ύστερα όταν ο Φρανκ έστρεφε τα μάτια του προς την ταινία ο τύπος μετακινούταν 2 ή 3 θέσεις πιο κοντά του.
ΕΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ ΣΤΗΝ ΜΠΛΑΝΣ ΚΑΘΩΣ ΕΚΕΙΝΗ ΗΤΑΝ ΑΒΟΗΘΗΤΗ ΚΑΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ.
Κοίταξε ξανά. Ο τύπος ήταν 3 θέσεις μακριά του. Ανασαίνοντας βαριά. Ύστερα ο τύπος βρισκόταν ακριβώς στην θέση δίπλα από αυτόν.
«Ω, σκατά,» είπε ο τύπος, «Ω, γαμώτο, ωωω.ωωω.ωωω.αχ,αχ! ίουυ! Ωχ!»
ΟΤΑΝ Η ΜΠΛΑΝΣ ΞΥΠΝΗΣΕ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ ΣΥΝΗΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΑΤΙΜΑΣΤΕΙ.
Ο τύπος μύριζε λες και δεν είχε σκουπίσει ποτέ τον κώλο του. Ο τύπος είχε γύρει μπροστά του, και του έτρεχαν σταγόνες από τα σάλια του από κάθε πλευρά του στόματος.
Ο Φρανκ πάτησε το κουμπί απ’ τον σουγιά του: «Πρόσεξε!» είπε στον τύπο. «Αν έρθεις ακόμα λίγο πιο κοντά ίσως και να πάθεις ζημιά από αυτό!»
«Ωχ, θεέ μου!» είπε ο τύπος. Σηκώθηκε από την σειρά των θέσεων κι έτρεξε προς τον διάδρομο, ύστερα περπάτησε γρήγορα κάτω στον διάδρομο και χώθηκε στην πρώτη σειρά. Δυο τύποι καθόντουσαν εκεί. Ο ένας τραβούσε μαλακία στον άλλον καθώς κατέβαζε το κεφάλι του προς τα κάτω. Ο τύπος που ενοχλούσε τον Φρανκ κάθισε εκεί και τους παρακολουθούσε.
ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ, Η ΜΠΛΑΝΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΟΙΚΟ ΑΝΟΧΗΣ.
Ύστερα ο Φρανκ ήθελε να κατουρήσει. Σηκώθηκε και πήγε προς την πινακίδα: ΑΝΤΡΕΣ. Μπήκε μέσα. Βρωμούσε για τα καλά. Του ‘ρθε να κάνει εμετό, άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και μπήκε μέσα. Τον έβγαλε έξω και άρχισε να κατουράει. Ύστερα άκουσε κάτι ήχους.
«Ωωωωω σκατά ωωωωω σκατά ωωωωχ ωωωωχ θεέ μου είναι ένα φίδι μια κόμπρα ω χριστούλη μου ωωωωχ ωωωωχ!»
Υπήρχε μια τρύπα στο διαχωριστικό που χώριζε τις τουαλέτες. Είδε ένα μέρος από το μάτι του τύπου. Πήρε το πέος του και το γύρισε από την άλλη κατουρώντας πάνω στο μάτι του τύπου.
«Ωωωωωχ ωωωωωχ, βρωμερό γαμίδι!» είπε ο τύπος. «ωωχ κτήνος, διάολε, μαλακισμένο!» Άκουσε τον τύπο να κόβει το χαρτί της τουαλέτας και να σκουπίζει το πρόσωπό του. Ύστερα ο τύπος άρχισε να κλαίει. Ο Φρανκ βγήκε από την τουαλέτα, έπλυνε τα χέρια του. Δεν ήθελε να δει την υπόλοιπη ταινία. Ήταν και πάλι έξω στον δρόμο περπατώντας πίσω για το ξενοδοχείο. Ύστερα βρισκόταν μέσα στον προθάλαμο. Ο θυρωρός του έκανε νεύμα.
«Ναιρώτησε ο Φρανκ.
«Κοιτάξτε, κύριε Έβανς, συγχωρήστε με. Απλά σας έκανα πλάκα
«Για ποιο θέμα
«Ξέρετε
«Όχι, δεν ξέρω.»
«Να, για το ότι χάνετε τα λογικά σας. Είχα πιει, καταλαβαίνετε. Μην το πείτε σε κανέναν γιατί θα χάσω τη δουλειά μου. Απλά ήμουν πιωμένος. Ξέρω ότι δεν χάνετε τα λογικά σας. Απλά έκανα πλάκα.»
«Μα, χάνω τα λογικά μου,» είπε ο Φρανκ, «και σ’ ευχαριστώ για το τυρί.»
Ύστερα γύρισε κι ανέβηκε την σκάλα. Όταν μπήκε στο δωμάτιό του κάθισε στο γραφείο. Έβγαλε έξω τον σουγιά του, πάτησε το κουμπί, κοίταξε την λεπίδα. Ήταν καλά ακονισμένη μέχρι κάτω. Μπορούσε να μαχαιρώσει ή να κόψει. Πάτησε το κουμπί κι έβαλε το μαχαίρι πίσω στην τσέπη του. Ύστερα ο Φρανκ βρήκε στυλό και χαρτί και ξεκίνησε να γράφει:

«Αγαπημένη μου μητέρα:

Αυτή είναι μια διαβολική πόλη. Ο Διάβολος έχει τον έλεγχο. Το σεξ είναι παντού και δεν χρησιμοποιείται σαν όργανο της Ομορφιάς όπως το προόρισε ο Θεός αλλά σαν ένα όργανο του Διαβόλου. Ναι, έχει πέσει για τα καλά στα χέρια του διαβόλου, μέσα σε Διαβολικά χέρια. Νεαρά κορίτσια εξαναγκάζονται να πιουν τζιν, ύστερα διακορεύονται από αυτά τα τέρατα και σπρώχνονται μέσα σε οίκους ανοχής. Είναι απαίσιο. Είναι απίστευτο. Η καρδιά μου είναι σκισμένη στα δυο.
Χθες περπάτησα κατά μήκος της ακτής. Όχι κατά μήκος της ακτής ακριβώς, αλλά κατά μήκος στην κορυφή του γκρεμού και ύστερα σταμάτησα και κάθισα εκεί καθώς ανέπνεα την Ομορφιά. Η θάλασσα, ο ουρανός, η άμμος. Η ζωή έγινε μια Αιώνια Μακαριότητα. Ύστερα συνέβη το πιο απίστευτο πράγμα. Τρεις μικροί σκίουροι με είδαν από κάτω και άρχισαν να σκαρφαλώνουν τον γκρεμό. Έβλεπα τα μικρά τους πρόσωπα να μου ρίχνουν κλεφτές ματιές πίσω από τους βράχους και τις χαραμάδες του γκρεμού καθώς σκαρφάλωναν προς εμένα. Τελικά έφτασαν μπροστά στα πόδια μου. Τα μάτια τους με κοίταζαν. Ποτέ, Μητέρα, δεν ξανάδα τόσο όμορφα μάτια, καθαρά από την Αμαρτία: ολόκληρος ο ουρανός, ολόκληρη η θάλασσα, Αιωνιότητα υπήρχε μέσα στα μάτια τους. Τελικά κουνήθηκα, κι εκείνα

Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο Φρανκ σηκώθηκε, πήγε προς τα εκεί, την άνοιξε. Ήταν ο θυρωρός.
«Κύριε Έβανς, σας παρακαλώ, πρέπει να σας μιλήσω.»
«Εντάξει, πέρνα μέσα.»
Ο θυρωρός έκλεισε την πόρτα και στάθηκε μπροστά στον Φρανκ. Ο θυρωρός μύριζε σαν κρασί.
«Κύριε Έβανς, σας παρακαλώ μην πείτε στην διεύθυνση για την παρεξήγησή μας.»
«Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς.»
«Είστε υπέροχος άντρας, κύριε Έβανς. Ξέρετε, έπινα
«Σας συγχωρώ. Τώρα φύγετε.»
«Κύριε Έβανς, είναι κάτι που πρέπει να σας πω.»
«Πολύ καλά. Τι είναι;»
«Είμαι ερωτευμένος μαζί σας, κύριε Έβανς.»
«Ω, εννοείς ψυχικά, έτσι, αγόρι μου;»
«Όχι, σωματικά, κύριε Έβανς»
«Τι;»
«Το κορμί σας, κύριε Έβανς. Σας παρακαλώ μην προσβληθείτε, αλλά θέλω να με ξεσκίσετε!»
«Τι;»
«ΞΕΣΚΙΣΤΕ ΜΕ, κύριε Έβανς! Με έχει ξεσκίσει το μισό Ναυτικό της Αμερικής! Αυτά τα αγόρια ξέρουν τι είναι καλό, κύριε Έβανς. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν ξεσκισμένο ασπρουλιάρη!»
«Θα φύγεις από το δωμάτιό μου τώρα!» Ο θυρωρός πέρασε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του Φρανκ, ύστερα το στόμα του ήταν πάνω στο στόμα του Φρανκ. Το στόμα του θυρωρού ήταν πολύ υγρό και κρύο, βρωμούσε. Ο Φρανκ τον έσπρωξε μακριά.
«Ελεεινέ μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
«Σας αγαπώ, κύριε Έβανς!»
«Βρωμερό γουρούνι!»
Ο Φρανκ έπιασε το μαχαίρι, πάτησε το κουμπί, η λεπίδα πετάχτηκε έξω και την έχωσε στο στομάχι του θυρωρού. Ύστερα την τράβηξε έξω.
«Κύριε Έβανς… θεέ μου... »
Ο θυρωρός έπεσε στο πάτωμα. Είχε βάλει και τα δυο του χέρια πάνω στην πληγή προσπαθώντας να σταματήσει το αίμα.
«Μπάσταρδε! ΜΕ ΦΙΛΗΣΕΣ!»
Ο Φρανκ έσκυψε προς τα κάτω και ξεκούμπωσε το παντελόνι του θυρωρού. Ύστερα έπιασε το πέος του θυρωρού, το τράβηξε προς τα πάνω και το έκοψε τρία τέταρτα από πάνω προς τα κάτω.
«Ωχ, θεέ μου θεέ μου θεέ μου θεέ μου.» είπε ο θυρωρός.
Ο Φρανκ πήγε προς το μπάνιο, πήρε το πράγμα και το πέταξε στην λεκάνη. Ύστερα τράβηξε το καζανάκι. Ύστερα έπλυνε πολύ καλά τα χέρια του με σαπούνι και νερό. Βγήκε έξω, κάθισε και πάλι στο γραφείο. Έπιασε το στυλό.
«… έτρεξαν μακριά αλλά είχα δει την Αιωνιότητα.
Μητέρα, πρέπει να φύγω από αυτή την πόλη, από αυτό το ξενοδοχείο – ο Διάβολος έχει τον έλεγχο σε σχεδόν όλα τα κορμιά. Θα σου γράψω και πάλι από την επόμενη πόλη – ίσως το Σαν Φραντσίσκο, το Πόρτλαντ ή το Σηάτλ. Νιώθω πως θέλω να πάω βόρεια. Σε σκέφτομαι συνεχώς κι ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη και καλά στην υγεία σου, και ο Κύριος να είναι πάντα μαζί σου.

Με αγάπη,
ο γιός σου,
Φρανκ.»

Έγραψε την διεύθυνση στον φάκελο, τον έκλεισε, έβαλε ένα γραμματόσημο και ύστερα σηκώθηκε και τον έβαλε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του που κρεμόταν στην ντουλάπα. Ύστερα πήρε μια βαλίτσα από την ντουλάπα, την έβαλε πάνω στο κρεβάτι, την άνοιξε και ξεκίνησε να πακετάρει.  
………………………………………………………….........................................................

Το παραπάνω διήγημα του Μπουκόφσκι εμφανίστηκε στην πρώτη συλλογή με διηγήματα που κυκλοφόρησε ποτέ ο συγγραφέας, και συγκεκριμένα το 1972 από τον City Lights του Λώρενς Φερλινγκέτι, με τίτλο, Erections, Ejaculations, Exhibitions, and General Tales of Ordinary Madness.
Το 1994, ο νεαρός σκηνοθέτης Richard Sears - έχοντας μόλις αποφοιτήσει από την σχολή του - θα δοκιμάσει τις κινηματογραφικές του δυνατότητες φτιάχνοντας μια μικρού μήκους ταινία που πατάει πάνω στο An Evil Town του Μπουκόφσκι. Το αποτέλεσμα είναι ένα τολμηρό, neo noir μικρού μήκους (20 λεπτά) όπου στην πορεία του για τα φεστιβάλ θα κερδίσει και τα βραβεία καλύτερης μικρού μήκους στο Φεστιβάλ Καννών καθώς και στο The New York Underground Film Festival. Την ίδια ιστορία της Διαβολικής Πόλης ο Sears θα την βάλει και στην μεγάλη μήκους του ταινία, In the Drink το 2010, όπου δυο γεροκαραβάνες της μπάρας εξιστορούν τρεις ιστορίες σε έναν νεαρό που έχει επισκεφθεί το μπαρ της γειτονιάς τους και ο τελευταίος δεν ξέρει κατά πόσο είναι πραγματικές ή φανταστικές.

Μια συνομιλία με την Λίντα Λι Μπουκόφσκι


Κάπου εκεί πίσω στο 2008 η αμερικανίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας Γκρέις Καβαλιέρι πήρε μια συνέντευξη από την γυναίκα του Μπουκόφσκι, Λίντα Λι Μπουκόφσκι, για λογαριασμό του περιοδικού Oranges & Sardines. Ένα περιοδικό το οποίο είχε πάρει τον τίτλο του από το ποίημα του Φράνκ Ο’ Χάρα, Why Im not a Painter (Γιατί δεν είμαι Ζωγράφος). Το Oranges & Sardines αργότερα μετονομάστηκε σε PoetsArtists, αλλά όλες αυτές οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες είναι για κάτι φανζίν σαν και τούτο που τα ξεψειρίζουν όλα. Η συνέντευξη τελικά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ στο περιοδικό διότι η Λίντα Λι ήθελε να αλλάξει όλες τις απαντήσεις όπου είχε δώσει αρχικά, και ο εκδότης του Oranges & Sardines καθώς και η Καβαλιέρι αποφάσισαν να μην την πιέσουν άλλο, βάζοντας την συνέντευξη στο συρτάρι. Επειδή όμως σε ψηφιακή εποχή ζούμε, τα συρτάρια ψάχνονται και σχεδόν τα πάντα βγαίνουν στην φόρα, η συγκεκριμένη συνέντευξη εμφανίστηκε κάποια στιγμή στο διαδίκτυο, την τσιμπήσαμε και την μεταφράσαμε για πρώτη φορά στα ελληνικά.

Γκρέις Καβαλιέρι: Ο άνθρωπος Τσαρλς Μπουκόφσκι ήταν διαφορετικός από τον ποιητή Τσαρλς Μπουκόφσκι;

Λίντα Λι Μπουκόφσκι: Ήταν πάντα ο ίδιος άνθρωπος. Μια μοναδική προσωπικότητα και πάντα αυθεντικός. Δεν υπήρχε περίπτωση να φορέσει κάποια μάσκα για να δείξει κάτι άλλο. Ήταν αυθεντικός και πάντα ο εαυτός του.

Γκρέις: Διάβαζα τις προάλλες ένα άρθρο του μουσικοκριτικού Τζεφ Χάιμς, για το πώς επηρέασε ο Μπουκόφσκι την μουσική, κυρίως την φολκ και την ροκ. Ποιες τέχνες είναι αυτές που νομίζεις πως επηρέασε και άλλαξε ο Μπουκόφσκι;

Λίντα Λι: Ω, ο Χανκ επηρέασε γενιές καλλιτεχνών, εκατοντάδες καλλιτέχνες. Μπορώ να αναφέρω ένα σωρό μουσικά κομμάτια και είδη μουσικής, όχι μόνο ποπ αλλά και κλασική μουσική, μπαρόκ, τζαζ, νέο-μοντέρνα, ότι μπορείς να φανταστείς. Μόλις επέστρεψα από το Μπέρμπανκ κι από μια γκαλερί όπου ήταν τα εγκαίνια μιας έκθεσης για τον Μπουκόφσκι. Ήταν για ένα βιβλίο σχετικό με τα μέρη που πήγε, ένα οδηγός Μπουκόφσκι. Η έκθεση παρουσίασε 25 καλλιτέχνες κι ο καθένας τους είχε κάνει κι από ένα πορτραίτο σχετικό με τον Μπουκόφσκι. Το ΚΑΛΥΤΕΡΟ πορτραίτο ωστόσο που έχει γίνει το ‘χει κάνει ο Τζον Ρέτζιστερ, μια πραγματική ιδιοφυΐα, ένας νέο-ρεαλιστής, φαντάσου τον Έντουαρντ Χόπερ αλλά καλύτερος, πολύ καλύτερος.

Γκρέις: Που βρίσκεται αυτό το πορτραίτο;

Λίντα Λι: Το κοιτάζω αυτή την στιγμή. Ο Τζον το είχε φτιάξει από μνήμης αλλά ο Χανκ τον είχε γνωρίσει πιο παλιά. Ο Ρέτζιστερ έκανε και το εξώφυλλο για το βιβλίο του Χανκ, Χόλυγουντ (1989). Ήταν ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες που υπήρξαν, έχει φύγει πια. Αλλά αυτά τα παιδιά στην Γκαλερί στο Μπέρμπανκ που είχαν κάνει αυτά τα πορτραίτα, ήταν τόσο όμορφα, ένα υπέροχο νεανικό κοινό. Τόσο ευγενικοί. 

Γκρέις: Πως ήταν να είσαι μαζί με έναν άνθρωπο που βρισκόταν πάντα στο φως της δημοσιότητας;

Λίντα Λι: Κοίτα, όταν τον γνώρισα, δεν ήταν! Ζούσε σε μια τρώγλη μέσα σε αυτόν τον σκληρό κόσμο που έγραφε. Είχα ένα εστιατόριο υγιεινής διατροφής και ήμουν ένα αυθεντικό παιδί των λουλουδιών της δεκαετίας του ’60. Μετέπειτα φυσικά έγινα μια επαναστάτρια. Παρεμπιπτόντως, ο Χανκ κορόιδευε πάντα τους Χίπις και τους αποκαλούσε ανόητους και αδύναμους. 

Γκρέις: Ποιο ήταν το εστιατόριό σου;

Λίντα Λι: Ένα καφέ υγιεινής διατροφής. Το Ντιου Ντροπ Ιν, στην παραλία του Ρεδόντο.

Γκρέις: Ήσουνα Χίπισσα, οκ. Όταν ο Μπουκόφσκι εμφανιζόταν δημόσια, ήταν διαφορετικός απ’ ότι ήταν στο σπίτι;

Λίντα Λι: Δεν έκανε καμία διαφορά. Ήταν πολύ ντροπαλός και του άρεσε να παραμένει ανώνυμος ακόμα κι όταν εμφανιζόταν δημόσια. Είχε παραμορφωθεί από κάποια δερματολογικά προβλήματα και δεν είχε ελκυστικό παρουσιαστικό, και αυτό τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα όταν βρισκόταν με τους μη κανονικούς. Δεν ξέρω ποιο ήρθε πρώτο, το δερματικό του πρόβλημα ή η ντροπαλότητα, αλλά αισθανόταν πιο άνετα να δουλεύει με αυτούς που ήταν διαφορετικοί.

Γκρέις: Πως γνωριστήκατε;

Λίντα Λι: Είχα διαβάσει τα βιβλία του και διάβαζα τακτικά στην LA WEEKLY τις Σημειώσεις ενός Πορνόγερου. Πήγαινα σε κάθε απαγγελία που έκανε και γινόταν σε ακτίνα 150 χιλιομέτρων. Δεν τον είχα γνωρίσει αλλά τον λάτρευα και αγαπούσα την σοφία και το ταλέντο του. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα τον γνώριζα, αλλά ήταν σαν να ερχόταν ο Στήβεν Χώκινς στην πόλη, θα πήγαινα να ακούσω κάθε λέξη που έλεγε. Ο χώρος στο οποίο δούλευε και έγραφε ήταν απίστευτος. Τον γνώρισα οκτώ χρόνια πριν παντρευτούμε.

Γκρέις: Πως θα περιέγραφες αυτόν τον άνθρωπο;

Λίντα Λι: Ήταν το νούμερο # 1. Δεν θα υπάρξει άλλος για εμένα εκτός από αυτόν. Ήταν ο καλύτερος άντρας που γνώρισα ποτέ μου. Η πρόσβασή μου τότε και στην αρχή, ήταν η ποίηση και αργότερα αυτός, σαν άντρας. Το να είναι ποιητής ήταν η δουλειά του. Αλλά για μένα ήταν τα πάντα, σύζυγος, εραστής, φίλος, πολεμιστής, ο συνεργάτης μου, το κάθαρμά μου.

Γκρέις: Πες μας για την τρυφερή πλευρά του.

Λίντα Λι: Ήταν τόσο τρυφερός στην προσπάθειά του να είναι τρυφερός. Είχε μια εσωτερική τρυφερότητα από την παιδική του ηλικία. Το είχε στερηθεί και είχε καταπιεστεί, έπρεπε να διώξει αυτή την στέρηση και την καταπίεση ώστε να ορθοποδήσει. Διάβασε το Τοστ Ζαμπόν (1982). Μακάρι να μπορούσες να δεις φωτογραφίες του από όταν ήταν μικρό παιδί με το χέρι του πατέρα του περασμένο πάνω από τον ώμο του. Αυτή ήταν πιθανών η στιγμή ακριβώς μετά κι αφού τον είχε δείρει μέχρι θανάτου ή θα τον έδερνε το αμέσως επόμενο λεπτό επειδή είχε πάρει την λάθος κλίση σώματος. Το μικρό αγόρι ήταν σαν μια αφίσα για τα κακοποιημένα παιδιά. Γι’ αυτόν τον λόγο έγινε και η φωνή για τους καταπιεσμένους. Εγώ δεν είχα εισπράξει ποτέ τέτοιου είδους σωματικό πόνο. Όλοι έχουμε πονέσει αλλά όχι κατά αυτόν τον τρόπο. Δεν περπάτησα τον δρόμο όπως τον περπάτησε εκείνος, αλλά είχα τα δικά μου βάσανα. Είναι το γαϊτανάκι της ζωής που έχουμε με όλα αυτά τα διαφορετικά νήματα μέσα του, που φτιάχνουν υποθέτω όλη αυτήν την δημιουργικότητα. Κάθε κλωστή προστίθεται μέσα σε αυτό.

Γκρέις: Θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό;

Λίντα Λι: Ναι. Με το να γνωρίσω τον Χανκ και να τον αγαπήσω. Αλλά επίσης είμαστε τα τυχερά Όντα στη γη με μια στέγη πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι ένα πιάτο φαΐ, ενώ δισεκατομμύρια άλλοι δεν έχουν τίποτα, ούτε καν μια μικρή φωτιά να κάτσουν γύρω της.

Γκρέις: Πως ένιωθε ο Χανκ για την κατανομή του πλούτου στον κόσμο;

Λίντα Λι: Ήταν θυμωμένος. Το σιχαινόταν. Δεν καταλάβαινε πως οι πλούσιοι μπορούσαν ποτέ να ισχυριστούν πως γνώριζαν τι είναι πόνος. Εξελίχθηκε τόσο ώστε να έχει αρκετά αλλά ποτέ δεν ήταν εκατομμυριούχος. Ο κόσμος έχει μια εικόνα ενός πλούσιου Μπουκόφσκι. Μένουμε σε ένα σπιτάκι σε μια πόλη της εργατικής τάξης. Ο κόσμος έχει την εντύπωση πως ήταν σούπερ πλούσιος. Έχουμε αυτό το μικρό μέρος αλλά ήμασταν ευτυχισμένοι.

Γκρέις: Τι πίστευε για το λογοτεχνικό κατεστημένο;

Λίντα Λι: Έλεγε, όταν αρχίσει να με γουστάρει το κατεστημένο της ανατολικής ακτής, την έβαψα. Τώρα τα πανεπιστήμια διδάσκουν Μπουκόφσκι. Νομίζω πως κατά βάθος του άρεσε η προσοχή. Έβλεπα μια μικρή λάμψη μέσα του μια φορά στο τόσο που έλεγε, ε, ήταν ώρα πια.

Γκρέις: Πότε έγραφε;

Λίντα Λι: Έγραφε τη νύχτα. Κάθε μέρα πήγαινε στον ιππόδρομο, και όντας ντροπαλός, πήγαινε και καθόταν ψηλά και στο τέλος της εξέδρας στην Σαν Ανίτα. Είχε τον ιππόδρομο σαν ναό. Δεν στοιχημάτιζε πολλά, κοντά στα 5 δολάρια, ήταν η διαδικασία που του άρεσε… οι διαφορετικοί τρόποι στοιχήματος… Πάντα έλεγε πως ήμουν μια από τις καλύτερες στο στοίχημα των αλόγων. Μάθαινα. Είμαι καλή μαθήτρια. Ήταν φορές που εγώ κέρδιζα κι αυτός έχανε. Αυτό με έκανε αξιολάτρευτη σε εκείνον.

Γκρέις: Πως θα ήθελες να το θυμάσαι αυτό;

Λίντα Λι: Δεν μπορώ τώρα να επιστρέψω πίσω. Δεν θα το κάνω ποτέ. Αλλά θα ήθελα ένα γλυπτό του να κάθεται εκεί στα αριστερά, πάνω στην εξέδρα, να κάθεται, καμπουριαστός (η καμπούρα βρισκόταν στο σημείο όπου τον χτυπούσε και τον τραυμάτιζε ο πατέρας του). Θα κρατούσε ένα δελτίο ιπποδρομιών στο χέρι του. Το βλέπω. Το ‘χω ήδη κάνει εικόνα.

Γκρέις: Ας ρίξουμε ένα κάλεσμα στους γλύπτες! Που έγραφε;

Λίντα Λι: Έχουμε ένα γραφείο, ένα μικροσκοπικό δωμάτιο με ένα μικρό μπαλκόνι στον πάνω όροφο. Έχει θέα στο βιομηχανικό λιμάνι κι όχι στο αγροτικό Σαν Πέντρο.

Γκρέις: Το σπίτι σας ακούγεται σαν να είναι ένας ναός για αυτόν.

Λίντα Λι: Κοίτα, διατηρούμε το σπίτι με το ΙΔΡΥΜΑ ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ. Τα πάντα πάνε σε αυτήν την εποπτεία. Όταν φύγω, θα γίνει ένα ιδιωτικό μουσείο, δεν θα είναι ανοιχτό στο κοινό, αλλά μονάχα για ξεναγήσεις κάνα δυο φορές τον χρόνο σε μελετητές που πραγματικά ενδιαφέρονται.

Γκρέις: Που βρίσκονται τα γραπτά του;

Λίντα Λι: Δώρισα χιλιάδες και μου έχουνε μείνει πάρα πολλά ακόμα. Το κυρίως αρχείο βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη Χάντινγκτον και στον Βοτανικό Κήπο. Ο Χανκ σιχαινόταν τα πανεπιστήμια επειδή ήταν τόσο καταπιεστικά, οπότε χάρισα τα πάντα στην Βιβλιοθήκη Χάντινγκτον. Είναι υπέροχοι άνθρωποι. Έχουν Γκούτενμπεργκ, Δαρβίνο, Μπουκόφσκι, τους καλύτερους. Μου προσέφεραν τεράστια ποσά για την δουλειά του αλλά ήξερα πως θα προτιμούσε να τα δωρίσει στο σωστό μέρος. Υπάρχουν κι άλλα αρχεία… πολλά… στα Πανεπιστήμια της Σάντα Μπάρμπαρα, στο Ώστιν του Τέξας, στο Ουισκόνσιν, κι αλλού. Έχω δωρίσει 1000 από τα προσωπικά του βιβλία κι έχω ακόμα σχεδόν άλλα τόσα, εδώ μέσα στο σπίτι. Η Χάντινγκτον είναι η πολιτεία της τέχνης, όλα είναι ακαδημαϊκά και τα διαχειρίζονται άψογα.

Γκρέις: Ανέφερες τους κήπους εδώ…

Λίντα Λι: Λάτρευα τους κήπους και πήγαινα κάθε μέρα αφού τον άφηνα στον ιππόδρομο. Γίνονται 9 ιπποδρομίες. Θα επέστρεφα για να στοιχηματίσω στην ένατη αλλά αφού πρώτα είχα περπατήσει στους κήπους.

Γκρέις: Ταξιδεύατε;

Λίντα Λι: Ω, ναι, φυσικά, πήγαμε στη Γερμανία, στη Γαλλία, παντού, αλλά δεν άντεχε το να ταξιδεύει. Δεν άντεχε το ξεβόλεμα. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τις αναθεματισμένες γλώσσες και δεν υπήρχε ποτέ ένα καλό μέρος για να κάτσει να γράψει.

Γκρέις: Γνωρίζουμε ποιους επηρέασε ο Μπουκόφσκι, αλλά ποιος επηρέασε τον Μπουκόφσκι;

Λίντα Λι: Διάβασε όλους τους μεγάλους. Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Τσέλαν. Ήταν ένας συνεχής αναγνώστης και διάβαζε στην δημόσια βιβλιοθήκη όταν δεν είχε πουθενά αλλού να πάει. Ποτέ δεν του άρεσε ο Χέμινγουεϊ… Ξεχάστε το, έλεγε.

Γκρέις: Ποιες ήταν οι πολιτικές του πεποιθήσεις;

Λίντα Λι: Ο Χανκ ήταν Ειρηνιστής. Επίσης ποτέ δεν ψήφιζε ή απλά να πάει να γραφτεί στους εκλογικούς καταλόγους για να ψηφίσει, μέχρι που τον πίεσα. Στις πρώτες του εκλογές ψήφισε τον Τζέσε Τζάκσον. Ψήφισε επίσης και τον Μπιλ Κλίντον. Ήταν εναντίον της κοινωνικής ανισότητας, απεχθανόταν τον πλούτο και είχε μια βαθιά προχωρημένη αντίληψη για τα πάντα, ακόμα και για τον γάμο.

Γκρέις: Γνωρίζουμε την εξέλιξή του. Η δικιά σου ποια ήταν;

Λίντα Λι: Ήμουν ακόλουθος του Μέχερ Μπάμπα για ένα διάστημα, ταξίδεψα ακόμα και μέχρι την Ινδία. Ο Μέχερ Μπάμπα έλεγε πάντοτε ότι πρέπει να βρισκόμαστε κοντά στους αληθινούς δασκάλους και να καθοδηγούμαστε από αυτούς.

Γκρέις: Για ποιο πράγμα έχεις μετανιώσει περισσότερο;

Λίντα Λι: Για το μόνο που μετανιώνω είναι τ’ ότι έφυγε. Ο έρωτας της ζωής μου – ο έρωτας των ζωών μου – όλων των ζωών μου – πέρα από αυτό – Πέρα για Πέρα.. μια για πάντα…

Γκρέις: Με τί πράγματα γεμίζεις την ζωή σου τώρα;

Λίντα Λι: Βρίσκομαι έξω στον κήπο όλη μέρα. Είμαι έξω όλη την ώρα. Έχω μόνο αυτήν την μικρή αυλή που εμπνεύστηκα από τους Κήπους του Χάντινγκτον και αυτός είναι ένας βοτανικός κήπος μινιατούρα. Έχω εννιά διαφορετικά τμήματα με φυτά: υποτροπικά, της Βόρειας Ιταλίας, της Νότιας Ασίας, έναν Αγγλικό κήπο, έναν κανονικό Καλιφορνέζικο κήπο. Δεκαπέντε καρποφόρα δέντρα – δαμάσκηνα, αβοκάντο.

Γκρέις: Σε πόσες γλώσσες έχει μεταφραστεί ο Μπουκόφσκι;

Λίντα Λι: Τουλάχιστον σε είκοσι, και μόλις τώρα μεταφράστηκε και στα ΦΑΡΣΙ! Για τον πληθυσμό που ζει εδώ πέρα, όχι του εξωτερικού όπου θα είχε απαγορευτεί, αλλά για τους εδώ ξενιτεμένους.

Γκρέις: Το Pacifica Archives δίνει ένα σπάνιο δώρο, μια από τις πρώτες κασέτες ΑΠΑΓΓΕΛΙΑΣ του συζύγου σου. Η πρώτη του απαγγελία που έγινε ποτέ! Δώδεκα ποιήματα που ακούγονται για πρώτη φορά. Από το, νομίζω το 1962. Πως ένιωσες όταν άκουσες την ηχογράφηση που σου έστειλαν;

Λίντα Λι: Έβαλα την κασέτα να παίζει και πήγα στην κουζίνα και ακουγόταν σαν να βρισκόταν εδώ μέσα – η τονικότητα της φωνής, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τον άκουγα. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να τον ακούω. Έχουν περάσει δεκατέσσερα χρόνια… από τότε που πέθανε… αλλά είναι ακόμα ο σύζυγός μου. Δεν μπορούσα να την ακούσω ολόκληρη. Αναγκάστηκα να την κλείσω.

Γκρέις: Γιατί δεν έρχεσαι να με επισκεφθείς και να ακούσουμε μαζί την κασέτα;

Λίντα Λι: Δεν μπορώ να ταξιδέψω. Έχω εννιά γάτες. Έλα εσύ από ‘δω. Μπορούμε να περπατήσουμε στην παραλία.

Γκρέις: Μπορεί και να το κάνω, αλλά μετά θα χρειαστώ ένα κοκτέιλ μιμόζα.

Λίντα Λι: Δεν πίνω πολύ πια, αλλά ένα ρούμι-κόλα θα το πιώ.

Γκρέις: Κερνάω εγώ. Λευκό ή μαύρο;

Λίντα Λι: Μαύρο ρούμι. Πάντα μαύρο. Μαύρο ρούμι μόνο…

               … αν ο Χανκ έμπαινε τώρα εδώ μέσα, θα έλεγε, κορίτσια ακόμα χαζολογάτε;!